Η Walia περιγράφει την διαδικασία ως "εμπορευματοποιημένη συμπερίληψη των μεταναστών και των προσφύγων ως μη καταγεγραμμένων ή προσωρινών εργαζομένων με αποδυναμωμένη εργατική δύναμη που εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου". Η είσοδός τους βασίζεται στις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας και διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αξιοποιηθούν στο μέγιστο. Οι άνθρωποι που δεν έχουν χαρτιά δεν είναι συχνά, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, σε θέση να έχουν κάποια προστασία στο χώρο εργασίας ή να κάνουν συλλογικές διαπραγματεύσεις. Συνήθως, το προσωρινό εργατικό δυναμικό τα πάει ελάχιστα καλύτερα.
Αυτό ισχύει ακόμη και για τα ιδιαίτερα δημοφιλή προγράμματα προσωρινής μετανάστευσης εργατικού δυναμικού, όπως το Temporary Foreign Worker του Καναδά, το οποίο έχει περιγραφεί ως η "Rolls Royce της μετανάστευσης εργατικού δυναμικού". Σύμφωνα με την Walia, αυτό το εγκωμιαστικό πρόγραμμα αφήνει το εργατικό δυναμικό "χωροταξικά απομονωμένο, ουσιαστικά στερώντας θεμελιώδη δικαιώματα και κοινωνικές παροχές", και συχνά χωρίς καμία εφικτή πρόσβαση στην ιθαγένεια. Και έχει υπολογιστεί ότι έχει "ληστέψει" από κάθε αγρότισσα είκοσι, και από κάθε οικιακή βοηθό δέκα χιλιάδες δολάρια σε απλήρωτους μισθούς κάθε δύο χρόνια.
Ο Gilbert Gonzalez έχει πραγματοποιήσει ιστορική συγκριτική ανάλυση των προγραμμάτων φιλοξενούμενου εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ, αναδεικνύοντας τις ομοιότητες μεταξύ του πλέον δυσφημισμένου προγράμματος "bracero" και των σημερινών καθεστώτων προσωρινής μετανάστευσης εργατικού δυναμικού. Το 1974, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Μεξικού Luis Echeverria εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για την ανάπτυξη μιας ανανεωμένης συμφωνίας "bracero", ως απάντηση στη μετανάστευση χωρίς έγγραφα. Το πρόγραμμα Bracero ήταν, σύμφωνα με τον Chacón, "ένα σύστημα συμβάσεων εργασίας με κρατική διαπραγμάτευση που μετέφερε τους Μεξικανούς εργάτες στην καπιταλιστική αγροτική παραγωγή των ΗΠΑ (και στην κατασκευή σιδηροδρόμων) μεταξύ 1942 και 1965".
Τόσο η μεξικανική όσο και η αμερικανική κυβέρνηση είχαν καταλήξει να βασίζονται σε υψηλά ποσοστά μετανάστευσης
και "δεν ήταν σε θέση να εγκαταλείψουν μόνιμα ένα είδος προγράμματος εργασίας που για πάνω από δύο δεκαετίες έχει εξυπηρετήσει με επιτυχία τις εργασιακές απαιτήσεις των αγροτικών επιχειρήσεων". Το Μεξικό θα μπορούσε
να απαλλαγεί από ένα μεγάλο κομμάτι άνεργου πληθυσμού και θα λάμβανε τα οφέλη των εμβασμάτων. Και τέτοια προγράμματα θα βοηθούσαν τις ΗΠΑ να διαχειριστούν καλύτερα τις μεταναστευτικές ροές και να εξασφαλίσουν έναν ελεγχόμενο πληθυσμό εργαζομένων.
Το 2004, ο τότε πρόεδρος George W. Bush πρότεινε ένα νέο πρόγραμμα φιλοξενούμενου εργατικού δυναμικού, το οποίο δημιούργησε χώρο, τόσο για το υπάρχον τότε εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά, όσο και για το επίδοξο φιλοξενούμενο εργατικό δυναμικό που εξακολουθούσε να ζει εκτός των ΗΠΑ, και ιδιαίτερα εκείνο που ζούσε στο Μεξικό. Και ενώ οι πρώην "braceros" το είδαν αυτό ως επαναπροσδιορισμό του υπάρχοντος σκληρού και εκμεταλλευτικού προγράμματος "bracero" και απωθήθηκαν από την πρόταση του Μπους, οι επιχειρήσεις που απασχολούν μεγάλο αριθμό μεξικανικού εργατικού δυναμικού στάθηκαν ένθερμοι υποστηρικτές της πρότασης.
Σύμφωνα με τον Gonzalez, ένας μεγαλο-καλλιεργητής ντομάτας στην Καλιφόρνια αποκάλεσε το σχέδιο Μπους “χριστουγεννιάτικο δώρο”. Τέτοια προγράμματα βοηθούν στην ρύθμιση των ροών εργασίας, διασφαλίζοντας ότι το εργατικό δυναμικό που έχει μεταναστεύσει καλύπτει τις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αλλά βοηθούν επίσης στη ρύθμιση αυτού του εργατικού δυναμικού, συνδέοντάς το με συγκεκριμένους εργοδότες και τομείς της αγοράς εργασίας, μειώνοντας έτσι σημαντικά την διαπραγματευτική του ισχύ και την ουσιαστική του πρόσβαση στην προστασία του χώρου εργασίας.
Η χρήση προσωρινού εργατικού δυναμικού και εργατικού δυναμικού χωρίς χαρτιά βοηθά στην απόκρυψη και την αορατότητα του κόστους των εργοστασιακών αγροκτημάτων -για το εργατικό δυναμικό, τα ζώα και τις κοινότητες που επηρεάζονται από τη ρύπανσή τους. Όταν το εργατικό δυναμικό δεν μπορεί να επικαλεστεί νομική προστασία, όταν η νόμιμη διαμονή του συνδέεται με την εργασία του ή όταν εργάζεται χωρίς έγγραφα, ο λόγος του περιορίζεται σημαντικά. Δεν μπορεί να ρίξει φως με ασφάλεια στις μυριάδες καταχρήσεις που συμβαίνουν στη βιομηχανική κτηνοτροφία.
Ο φυλετικός και ταξικός διαχωρισμός της βιομηχανικής κτηνοτροφίας παίζει επίσης ζωτικό ρόλο στην άγνοια του κοινού για τις επιπτώσεις της εργοστασιακής κτηνοτροφίας. Για παράδειγμα, όταν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις
συγκεντρώνονται σε κοινότητες χαμηλού εισοδήματος μη λευκών, τότε οι πιο πολιτικά και οικονομικά ισχυροί δεν χρειάζεται να επωμιστούν -και συχνά ενδιαφέρονται πολύ λιγότερο για- αυτό το κόστος.
Ο πόνος αυτών των κοινοτήτων είναι λιγότερο ορατός και σημαντικός για εκείνους που έχουν πολιτική εξουσία -για εκείνους που θεωρούνται σημαντικοί. Εφόσον τούτο το έργο εκτελείται από μερικά από τα πιο περιθωριοποιημένα μέλη της κοινωνίας, και μιας που το κόστος συσσωρεύεται εντός έντονα περιθωριοποιημένων κοινοτήτων, οι βλάβες συχνά αγνοούνται. Το πρόβλημα επιδεινώνεται, όταν οι κτηνοτροφικές κοινότητες αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από άτομα χωρίς χαρτιά και άτομα με φίλους και οικογένεια χωρίς έγγραφα, που διστάζουν να ειδοποιήσουν τις αρχές.
Οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά και οι κοινότητές τους υποφέρουν από επιδρομές της αστυνομίας (ICE) και βιώνουν τις βάναυσες επιπτώσεις νόμων όπως οι συμφωνίες SB1070 και 287 (g) της Αριζόνα. Η αυξανόμενη επικράτηση της επιβολής της εσωτερικής μετανάστευσης -η οποία έχει σχεδιαστεί για τον εντοπισμό, την συγκέντρωση και την απέλαση των ατόμων χωρίς έγγραφα- συνιστά μια συνεχώς παρούσα απειλή για τις κοινότητες ανθρώπων χωρίς έγγραφα.
Αυτό διευκολύνει τον φόβο της εξάρτησης από τις κρατικές υπηρεσίες. Αυτό όχι μόνο υπονομεύει την κοινωνική τους ισότητα, αλλά σημαίνει ότι αυτές οι κοινότητες είναι λιγότερο πιθανό να αναφέρουν παραβιάσεις που βιώνουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ελλιπή αναφορά της εταιρικής ρύπανσης, μεταξύ άλλων, από τη βιομηχανική κτηνοτροφία.
Αυτό το σημείο έχει επισημανθεί από τον Εκτελεστικό Διευθυντή της Green-peace, Phillip Radford, ο οποίος υποστήριξε ότι μπορούμε να προστατεύσουμε καλύτερα το περιβάλλον και τα μέλη της κοινότητάς μιλώντας μαζί ενάντια στην εταιρική ρύπανση, "αν οι άνθρωποι φοβούνται να μιλήσουν, χάνουν ένα από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους. Η τρέχουσα μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ αναγκάζει τις ευάλωτες κοινότητες να σιωπούν για την εταιρική ρύπανση, από φόβο μήπως διαλυθούν οι ζωές και οι οικογένειές τους". Η κατασκευασμένη σιωπή τους, δεν αφήνει [να ακουστεί] μια μεγάλη προειδοποιητική σειρήνα. Ως εκ τούτου, τοποθετώντας εργοστασιακές φάρμες και σφαγεία κοντά σε κοινότητες χωρίς χαρτιά, και απασχολώντας ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων χωρίς χαρτιά, η βιομηχανική κτηνοτροφία μπορεί να προστατεύσει περαιτέρω τη δύναμή της να ρυπαίνει.
VI. ΑΟΡΑΤΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Όπως αντιμετωπίζει τα ζώα, η βιομηχανική κτηνοτροφία αντιμετωπίζει και το εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά, ως απλό εργαλείο στην παραγωγική διαδικασία. (Αυτό ισχύει και για άλλες βιομηχανίες που απασχολούν μεγάλο αριθμό μεταναστών χωρίς χαρτιά και βασίζονται στην προσωρινή εργασία).
Τα ζώα είναι οι μηχανές που πρέπει να γίνουν τρόφιμα, το εργατικό δυναμικό είναι η μηχανή που φτιάχνει τρόφιμα. Δεν έχει ουσιαστική πρόσβαση στα βασικά εργασιακά δικαιώματα, και η επισφάλεια και η αδυναμία αυτών των ανθρώπων χρησιμοποιούνται για να τους εμπλέξουν σε σχέσεις υπερεκμετάλλευσης και κακοποίησης. Όπως και τα υπόλοιπα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή, πρέπει να αγοράζονται τόσο φθηνά όσο επιτρέπει ο νόμος, να χρησιμοποιούνται τόσο σκληρά όσο επιτρέπει η συντήρησή τους και να απορρίπτονται όταν δεν είναι πλέον αποδοτικά.
Αυτό ισχύει, φυσικά, σε κάποιο βαθμό για όλο το εργατικό δυναμικό. Αλλά οι νομικές προστασίες που δίνουν στο εργατικό δυναμικό κάποια δικαιώματα και προστασίες είναι είτε λιγότερο ισχυρές, ανεπαρκώς εφαρμόσιμες ή ανύπαρκτες σε αυτή την περίπτωση.
Σε αυτή την ενότητα, θέλω να συνοψίσω εν συντομία τους διάφορους τρόπους με τους οποίους το εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά και οι άνθρωποι που εργάζονται προσωρινά στη βιομηχανική κτηνοτροφία αντιμετωπίζονται ως αόρατες μηχανές εργασίας.
Πρώτον, η γλώσσα που χρησιμοποιείται για να τους περιγράψει και η κοινωνική στάση που έχουμε απέναντί τους διαγράφουν την προσωπικότητά τους και τους αντιμετωπίζουν είτε ως πόρους που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, είτε ως ανεπιθύμητο ξένο σώμα που πρέπει να απελαθεί.
Δεύτερον, η σχετική έλλειψη εργασιακής προστασίας τοποθετεί αυτά τα άτομα κάτω από το επίπεδο
του απλού εργατικού δυναμικού. Γίνονται υπερεκμεταλλευόμενοι, επισφαλείς και προσωρινοί. Ακόμη περισσότερο από τους εγχώριο εργατικό δυναμικό, γίνονται ένα απλό εργαλείο στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι μένουν σιωπηλοί, ανίκανοι να απωθήσουν με ασφάλεια την παράνομη ή άδικη εταιρική συμπεριφορά.
Και τρίτον, οι νόμοι ag-gag τους φιμώνουν περαιτέρω, υπονομεύοντας την ικανότητά τους να τρυπήσουν το πέπλο του εργοστασίου και του σφαγείου.
Τα ονομάζουμε βοδινό, χοιρινό και πουλερικά. Ομοίως, τα μέσα ενημέρωσης, όταν αναφέρονονται σε όσους δεν εχουν χαρτιά, τους αποκαλούν "παράνομους". Περιγράφουμε κάθε προσωρινή/ο φιλοξενούμενη/ο εργαζόμενη/ο ως μετανάστρια/η που κλέβει τις δουλειές. Αυτοί οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται εγκληματίες και "κακοί", πριν καν ενταχθούν στην κοινωνία των πολιτών.
Και αυτές οι συμπεριφορές επιδεινώνονται καθώς το προσωρινό εργατικό δυναμικό που έχει μεταναστεύσει έρχεται αντιμέτωπο με τις αντιδράσεις που υπάρχουν εναντίον των ανθρώπων που έχουν μεταναστεύσει χωρίς χαρτιά.
Όπως έχει υποστηρίξει η Amy Reed-Sandoval, η δυσφήμιση και ο εξοστρακισμός των ανθρώπων χωρίς χαρτιά δεν τελειώνουν εκεί. Αντ ‘αυτού, ισχύουν ευρύτερα και επηρεάζουν την κοινωνική θέση πολλών ατόμων που έχουν μεταναστεύσει νόμιμα. Σύμφωνα με την Reed-Sandoval, οι "κοινωνικά αθέμιτοι" άνθρωποι που μετανάστευσαν "τεκμαίρεται ότι δεν έχουν χαρτιά απλώς και μόνο λόγω της εμφάνισής τους" και υπόκεινται σε "εξευτελιστικούς περιορισμούς που σχετίζονται με τη δήθεν παράνομη μετανάστευση... σε αυτήν ακριβώς τη βάση". Ως εκ τούτου, νόμιμοι πολίτες και προσωρινό εργατικό δυναμικό παρασύρονται από την εσωτερική επιβολή της μετανάστευσης και τις ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις της.
Σε γενικές γραμμές, η ιδέα είναι ότι η κρατική επιβολή της μετανάστευσης -και οι ατομικές προκαταλήψεις όπως και η διαφορετική μεταχείριση με βάση το αντιληπτό καθεστώς μετανάστευσης- δεν μπορούν να παρακολουθήσουν
αξιόπιστα τα εν λόγω εμφανισιακά χαρακτηριστικά. Οι άνθρωποι που δεν έχουν χαρτιά δεν γίνεται να προσδιοριστούν βάσει εμφάνισης. Δεν είναι εμφανές το καθεστώς της υπηκοότητας τους.
Επομένως, η στόχευσή τους συχνά σημαίνει στόχευση ατόμων βάσει δημογραφικών ενδείξεων. Σημαίνει στόχευση ανθρώπων που μοιάζουν να μην έχουν χαρτιά: άνθρωποι που μιλούν ελάχιστα ή καθόλου αγγλικά, άνθρωποι που "φαίνονται να είναι από το Μεξικό" και ειδικά άνθρωποι που ταιριάζουν και στις δύο αυτές περιγραφές. Οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί, ακόμη και όταν τους επιτρέπεται νομικά να βρίσκονται στη χώρα, και ακόμη και όταν κάνουν εργασία ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της οικονομίας, δυσφημούνται και παρενοχλούνται. Η ισότιμη ηθική τους προσωπικότητα ξεθωριάζει στο παρασκήνιο, αποκρύπτεται από ένα ισχυρό και εκτεταμένο σύνολο στάσεων και πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις.
Δεύτερον, όπως συζητήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, το νομικό καθεστώς -τόσο για την εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά όσο και για το προσωπικό εργατικό δυναμικό- δεν παρέχει πολλές από τις παραδοσιακές προστασίες που απολαμβάνει το εγχώριο εργατικό δυναμικό. Ενώ η εργασία συνήθως βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στη σχέση της με το κεφάλαιο, αυτό το μειονέκτημα είναι τουλάχιστον κάπως μειωμένο για τους πολίτες εργαζόμενους σε χώρες υψηλού εισοδήματος.
Τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, οι νόμοι περί κατώτατου μισθού και άλλες προστασίες στο χώρο εργασίας -συμπεριλαμβανομένων των μέγιστων ωρών και της υποχρεωτικής αμοιβής υπερωριών- προσφέρουν μια μικρή δύναμη και δημιουργούν ένα κατώτατο όριο κάτω από το οποίο δεν μπορούν να πέσουν οι μισθοί. Αυτό δεν ισχύει για το εργατικό δυναμικό που έχει μεταναστεύσει, ειδικά το μέρος αυτού που δεν έχει χαρτιά, αλλά επίσης, όπως συζητήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, ούτε για τους προσωρινό εργατικό δυναμικό.
Όπως σημειώνει ο Chacón, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό σε μη καταγεγραμμένη και προσωρινή εργασία, η βιομηχανική γεωργία μπορεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερες αποδόσεις. Αυτό βοηθά να "δημιουργηθούν κατώτατα όρια μισθών που είναι τόσο υποβαθμισμένα που συνήθως περιορίζονται σε εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά". Αυτό το εργατικό δυναμικό υφίσταται υπερεκμετάλλευση -λαμβάνει λιγότερα ως αμοιβή για τον ίδιο βαθμό παραγωγικής εργασίας και, μέσω αυτού, συμβάλλει σε υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Δεν αντιμετωπίζονται ως μόνιμα μέλη της επιχείρησης -μέλη των οποίων η υγεία και η ευτυχία πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον ελάχιστα υπόψη. Αντιθέτως, η έλλειψη επιλογών εξόδου και νομικής προστασίας επιτρέπει στη βιομηχανία να το αντιμετωπίζει ως πόρο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά και βάναυσα ώστε να μεγιστοποιηθεί το κέρδος. Ένα τέτοιο εργατικό δυναμικό πλησιάζει επικίνδυνα το καθεστώς των απλών μηχανών στην παραγωγική διαδικασία, αυτές που χρησιμοποιούνται τόσο σκληρά όσο είναι παραγωγικές και όσο το επιτρέπει η πενιχρή νομική προστασία τους.
Το εργατικό δυναμικό που έχει μεταναστεύσει -συμπεριλαμβανομένων του προσωρινού εργατικού δυναμικού αλλά και των ανθρώπων χωρίς χαρτιά- είναι κοινωνικά δυσφημισμένο, πολιτικά ανίσχυρο και υποφέρει από
σχέσεις υπερεκμετάλλευσης στην εργασία, όπου αφήνεται απροστάτευτο ή υποπροστατευμένο από την εγχώρια εργατική νομοθεσία. (Αυτό μπορεί να είναι είτε de jure είτε de facto. Στην πρώτη περίπτωση, ο ίδιος ο νόμος τους αποκλείει από το θεσμικό πλαίσιο. Στη δεύτερη περίπτωση, η επισφαλής θέση τους αφήνει επιφυλακτικούς όσον αφορά τη χρήση των τυπικών νομικών δικαιωμάτων που έχουν.) Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο βιώνει μεγαλύτερες βλάβες στην εργασία από ρυπογόνες βιομηχανίες, αλλά οι βλάβες που υφίσταται είναι πιο πιθανό να κρυφτούν από την κοινή θέα. Αυτή η αόρατη βλάβη επιδεινώνεται από το τρίτο πρόβλημα –τους νόμους Αg-gag. Το μη καταγεγραμμένο και προσωρινό εργατικό δυναμικό βλέπει τη φωνή και τη δύναμή του να μειώνεται ακόμη περισσότερο από τέτοιους νόμους, οι οποίοι αυξάνουν τις ήδη σημαντικές απειλές που αντιμετωπίζει εάν μιλήσει ανοιχτά για την μεταχείριση, την μεταχείριση των ζώων ή την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Όπως και με τις βλάβες στα ζώα, οι βλάβες στους μετανάστες εργαζόμενους και τις κοινότητές τους είναι ήδη διαχωρισμένες και κρυμμένες ακόμη και χωρίς τους Αg-gag νόμους. Τέτοιοι νόμοι, ωστόσο, ενισχύουν τους τοίχους της φάρμας των ζώων και βαθαίνουν τις σκιές μέσα στις οποίες ζουν και εργάζονται οι κοινότητες των μεταναστών. Αυξάνουν το κόστος που συνδέεται με την καταγγελία των παραβιάσεων στο χώρο εργασίας αλλά και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος για όλα τα μέρη, ιδίως για τους μη πολίτες. Και με αυτόν τον τρόπο, κάνουν πολλά για να δικαιολογήσουν και να διαιωνίσουν το σημερινό καταχρηστικό status quo.
Το παράνομο εργατικό δυναμικό αντιμετωπίζει ήδη συνεχείς απειλές για την ικανότητά του να παραμείνει με ασφάλεια στις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά ζουν υπό τη συνεχή απειλή της ταυτοποίησης και της απέλασης. Και το προσωρινό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, με το να συνδέεται με εργοδότες ή τομείς της αγοράς εργασίας, γνωρίζει ότι η απώλεια της δουλειάς του μπορεί να σημαίνει απώλεια του δικαιώματός του να παραμείνουν στις ΗΠΑ. Η καταγγελία για τις συνθήκες εργασίας, καθώς και για τη βιομηχανία που παραβιάζει τα περιβαλλοντικά πρότυπα, μπορεί ήδη να θέσει σε κίνδυνο τη δουλειά και το σπίτι κάποιου ατόμου. Οι νόμοι Ag-gag ενισχύουν το υπάρχον νομικό πλαίσιο, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο νομικών κυρώσεων στα άτομα που επιδιώκουν να μιλήσουν ή να ζητήσουν αποζημίωση για επιβλαβείς και παράνομες πρακτικές.
Οι United Farm Workers of America United Farm Workers of America εξηγούν ότι, "λόγω των περιορισμένων πόρων της, [η Υπηρεσία Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας (OSHA)] βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους υπαλλήλους για την αναφορά αξιόπιστων κινδύνων στο χώρο εργασίας" και "δίνει προτεραιότητα σε καταγγελίες που αποδεικνύουν βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι υπάρχει παραβίαση ενός προτύπου OSHA". Αυτό συχνά επιτυγχάνεται "μέσω της λήψης φωτογραφιών ή βίντεο". Ωστόσο, οι νόμοι ag-gag φέρουν ποινικές κυρώσεις ή αστική ευθύνη σε όσα άτομα διαπερνούν τους τοίχους της κτηνοτροφίας και καταγράφουν ή λαμβάνουν φωτογραφικά στοιχεία για καταχρήσεις ή παραβιάσεις. Αυτό σημαίνει ότι εργατικό δυναμικό γης δεν είναι σε θέση να καταγράψει αποδεικτικά στοιχεία παραβιάσεων, αλλά σημαίνει επίσης ότι οι φιλικές οργανώσεις και το ακτιβιστικό κίνημα δεν είναι σε θέση να καταγράψουν ή να διανείμουν με ασφάλεια ψηφιακά αποδεικτικά στοιχεία για αδικήματα.
Όπως υποστήριξε η Shaakirrah R. Sanders, "ένα μη εξουσιοδοτημένο άτομο που χρησιμοποιεί ψευδείς δηλώσεις για να αποκτήσει απασχόληση θα μπορούσε να βρεθεί κατά παράβαση ενός νόμου ag-gag εάν συμμετείχε σε ανεπιθύμητη ομιλία σχετικά με τη ζωική ή γεωργική παραγωγή". Αυτό εξηγείται διότι η συμμόρφωση με "έναν νόμο ag-gag που απαιτεί από έναν μάρτυρα να αναφέρει κακοποίηση ζώων ή γεωργικών εκμεταλλεύσεων θα μπορούσε να αναγκάσει την
αποκάλυψη παράνομης κατάστασης. Μόλις γίνει γνωστό το μη εξουσιοδοτημένο καθεστώς ενός εργαζομένου, η απέλαση είναι επικείμενη -ανεξάρτητα από το αν η έρευνα ag-gag προχωρήσει. Και ορισμένα κράτη έχουν θεσπίσει νόμους που
αποδυναμώνουν άμεσα τους ανθρώπους χωρίς έγγραφα, καθιστώντας την ίδια την απασχόλησή τους πράξη καταπάτησης ή απασχόλησης με ψευδείς προφάσεις. Για παράδειγμα, ο κώδικας της Αϊόβα § 717.3A ποινικοποίησε την παροχή ψευδών πληροφοριών για την απόκτηση απασχόλησης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει πλαστή ταυτότητα ή έγγραφα".
Αντί να εργάζονται για να μετριάσουν -ή τουλάχιστον να μην επιδεινώσουν- την καταπίεση του εργατικού δυναμικού χωρίς χαρτιά, καθώς και του προσωρινού εργατικού δυναμικού, οι νόμοι Αg-gag είναι ένα κρατικό παράδειγμα που αποδυναμώνει περαιτέρω τα ήδη περιθωριοποιημένα μέλη της κοινωνίας, προκειμένου να προωθήσει τα υπερβολικά υψηλά κέρδη της βιομηχανικής κτηνοτροφίας. Και δεν είναι μόνο το εργατικό δυναμικό -ή οι κοινότητές, όταν αυτές οι εγκαταστάσεις βρίσκονται κοντά σε γειτονιές κυρίως μεταναστριών/ων- που χάνουν όταν κερδίζουν οι νόμοι Αg-gag.
Τέτοιοι νόμοι βλάπτουν και το ευρύτερο κοινό. Εμποδίζουν τους καταναλωτές να γνωρίζουν για τη βία που διαπράττεται κατά των ζώων, κατά του εργατικού δυναμικού και κατά της κοινότητας. Μέσω αυτού, γέρνει περαιτέρω η ανισόρροπη ζυγαριά και "στρεβλώνουν την αγορά ιδεών σχετικά με τη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων". Αυτό κρατά ζωντανές τις αυταπάτες για τη μαζική κτηνοτροφία, ψευδαισθήσεις που παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της κερδοφορίας της βιομηχανίας.
VII. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το προσωρινό εργατικό δυναμικό και το εργατικό δυναμικό χωρίς χαρτιά στερούνται πολλά από τα δικαιώματα και τα προνόμια που οι πολίτες θεωρούν δεδομένα. Ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, συχνά υποφέρουν από συνεχή
φόβο απέλασης που προκαλεί απροθυμία να βασιστούν στην πενιχρή νομική προστασία που τους προσφέρεται. Δυσφημούνται και περιφρονούνται από την κοινή γνώμη. Και, λόγω έλλειψης προστασίας στο χώρο εργασίας, υπομένουν
σχέσεις υπερεκμετάλλευσης. Αυτές οι αλληλένδετες καταπιέσεις καθιστούν αυτούς τους ανθρώπους ιδανικό
εργατικό δυναμικό από τη σκοπιά της βιομηχανικής κτηνοτροφίας. Η σχετική έλλειψη εργασιακών δικαιωμάτων επιτρέπει την υπερεκμετάλλευσή του. Η κοινωνική δυσφήμισή του (και συχνά ο χωρικός διαχωρισμός) σημαίνει ότι οι πλούσιοι και οι ισχυροί θα έχουν λιγότερη επίγνωση και θα ενδιαφέρονται λιγότερο για την κακοποίησή τους. Ο φόβος ότι θα απελαθούν -ή ότι θα χάσουν τη δουλειά τους και, ως εκ τούτου, το δικαίωμά τους να παραμείνουν στη χώρα- μπορεί να τους φιμώσει και να τους αποτρέψει από το να κινηθούν νομικά. Οι νόμοι Ag-gag επιδεινώνουν αυτές τις συνθήκες, αποδυναμώνοντας περαιτέρω αυτούς και τους συμμάχους τους, εμποδίζοντάς τους να ρίξουν φως στις καταχρήσεις που συμβαίνουν στη βιομηχανική κτηνοτροφία.
Οι νόμοι Ag-gag μπορεί να μην στοχεύουν κυρίως το εργατικό δυναμικό που δεν αποτελείται από πολίτες και απέχουν πολύ από το να είναι το πιο καταπιεστικό εργαλείο που συμβάλλει στην αποδυνάμωσή του. Αλλά ο ρόλος που διαδραματίζουν στη φίμωση του λόγου και στην αποτροπή της τεκμηρίωσης της κακοποίησης είναι σημαντικός. Αυτοί οι νόμοι δημιουργούν ένα ακόμη κάγκελο στο κλουβί που παγιδεύει και αποδυναμώνει το εργατικό δυναμικό των μη πολιτών και τις κοινότητές τους, ενώ παράλληλα συμβάλλει περαιτέρω στην κερδοφορία και την κοινωνική αποδοχή της βιομηχανικής κτηνοτροφίας.